Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011



                                              



                             Υπό του Σωτηρίου Δογάνη


         Ερμηνευτή, Καθηγητή Βυζαντινής και Παραδοσιακής Μουσικής, 
                                      Πρωτοψάλτη και Θεολόγου

Ως άνθρωποι του σήμερα με ό,τι χαρακτηρίζει τη μοναδικότητά μας, ζούμε εν πολλοίς, τη ζωή του προφανούς. Η εμφάνιση νομιμοποιείται ως εμφάνιση και το εμφανές πριμοδοτείται ως πασιφανές Πρωτογενώς η αμφισβήτηση προϋποθέτει σκέψη και για τη σκέψη τίποτα δεν είναι προφανές διότι η θέση αυτή νομοτελειακά απορρίπτεται στο επίπεδο της αντίληψης από εκείνους που ζουν και εκφράζονται μέσα στην προφάνεια της σκέψης, η πραγματικότητα της οποίας είναι η μυστικότητά της.

Έτσι δηλώνεται η σκέψη. Έτσι άρχισε η σκέψη στους Έλληνες που την ακολούθησαν στο βάθος της και την προσάρτησαν ως γνώρισμα στην εθνική τους ταυτότητα! Πρεσβευτές αυτών των διαχρονικών θέσεων οι Έλληνες, μετέδωσαν και εξακολουθούν να μεταλαμπαδεύουν στον κόσμο Πολιτισμό και Πνεύμα.

Έτσι δημιουργήθηκε η μακραίωνη Εθνική μας Παράδοση. Μια Παράδοση μέσα από μια ζωή που είναι πάντα μυστική, εδραζόμενη στην αποκάλυψη του απύθμενου βάθους της ανθρώπινης ψυχής. Μια τέτοια αέναη αποκάλυψη έχει να επιδείξει το ανεξίτηλο Ίχνος του Πολιτισμού μας στο διάβα των αιώνων, μια αποκάλυψη που συντελείται στην Τέχνη όπως αυτή δομείται έχοντας βαθιές ρίζες της την παραδοσιακή μας λαϊκή μελωδία και τραγούδι και το μέλος της βυζαντινής εκκλησιαστικής μας μουσικής.

Τρόπος ζωής, πηγαία έκφραση, καθημερινός λόγος και παίδευση η μουσική στην Ελλάδα, αντλεί την καταγωγή της από την περίοδο της αρχαιότητάς της. Η Πυθαγορική οκτάχορδος κλίμακα του μεγάλου αρχαίου Έλληνα μουσικού, φιλόσοφου και μαθηματικού Πυθαγόρα, προετοίμασε το έδαφος για να υποδεχθεί ως γνήσιο τέκνο της, σε πρωτόλεια μορφή ήδη κατά τους αποστολικούς χρόνους, τη Βυζαντινή Μουσική - το λαϊκό τραγούδι του Βυζαντινού Πνεύματος και την Εκκλησιαστική Υμνωδία της θρησκευτικής κατάνυξης – σε συνάρτηση με τη γέννηση του δημοτικού μας τραγουδιού από τους Ακρίτες, στις απαρχές του 8ου αιώνα.

Το Βυζάντιο, στα αναπτυξιακά πολιτιστικά και πολιτισμικά πλαίσια του οποίου παρέμεινε ζωντανή και πληθυσμιακά η δομή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποτελείτο από δεκάδες εθνότητες όπως Έλληνες, Σύριους, Αρμένιους, Αιγύπτιους, Σκύθες, Ασιάτες, Ιλλύριους κ.ά. Η ισχύς όμως του Ελληνικού πνεύματος ως αποκύημα του ιστορικού του βάθους και μεγαλείου ήταν αφορμή προκειμένου αυτό να αφομοιωθεί από τους υπόλοιπους λαούς του Βυζαντίου, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι γηγενείς Έλληνες να συνδέσουν άρρηκτα την ιστορική τους πορεία και ύπαρξη με το Βυζαντινό πνεύμα, όχι μόνο κατά τη γλώσσα και τον πολιτισμό αλλά και κατά συνείδηση. Έτσι λοιπόν, το μουσικό αποτύπωμα που αναπτύχθηκε στα πλαίσια του Βυζαντινού κόσμου, ανέπτυξε τις ρίζες του στον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, ο οποίος, όπως άλλωστε είναι γνωστό, ιστορικά υπήρξε από τους πρώτους που δέχτηκε στους κόλπους του το δόγμα του Χριστιανισμού.

Η αρχαία μουσική σημειογραφία – η καταγραφή των φθόγγων θα λέγαμε σήμερα – μετέδωσε το ίχνος της στην παρασημαντική της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής αλλά και της Δημοτικής μας μουσικής. Πρόκειται για τη λεγόμενη αλφαβητική σημειογραφία που θεμελιώνεται στους γραμματικούς φθόγγους της Ελληνικής αλφαβήτου.

Η Οκτάηχος της Βυζαντινής μουσικής, η οποία αποτελεί και τη μουσική βάση, τη γενεσιουργό μήτρα των δημοτικών ασμάτων στηριζόμενη στην Πυθαγορική κλίμακα, συστηματοποιήθηκε κατά βάση από τον Αγ. Ιωάννη τον Δαμασκηνό μετά την αναμόρφωση αλλά και την αναλογική αντιστοίχηση των αρχαίων ήχων: Δώριο, Φρύγιο, Λύδιο, Μιξολύδιο, Υποδώριο, Υποφρύγιο, Υπολύδιο, Υπομιξολύδιο με τους ήχους Πρώτο, Δεύτερο, Τρίτο, Τέταρτο, Πλ. του Πρώτου, Πλ. του Δευτέρου, Βαρύ και Πλ. του Τετάρτου. Οι πρώτοι βυζαντινοί εκκλησιαστικοί ύμνοι που συντέθηκαν την “εποχή της κατακόμβης” εμπνέονταν από τους τύπους της αρχαίας Ελληνικής μουσικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρώτοι Χριστιανοί έψαλλαν τις λεγόμενες “πνευματικές ωδές”, εμπνευσμένοι από τις λεγόμενες “Ελληνικές ωδές”. Έτσι εξελικτικά η Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική συνέδεσε άρρηκτα την καταγωγή της με την Ελληνική παιδεία μια και οι μεγάλοι πατέρες και διδάσκαλοι που δημιούργησαν τα μέλη της, ήσαν Έλληνες ή ελληνίζοντες. Η βαθμιαία και αργή μεταβολή της αρχαίας λαϊκής ποίησης των Ελλήνων, οδήγησε παράλληλα και στη δημιουργία των δημωδών ασμάτων με τις παραλλαγές οι οποίες και τα χαρακτηρίζουν βάσει της εντοπιότητας των διαφόρων περιοχών αλλά και του τοπικού έθους, τραγούδια που θεματολογικά χαρακτηρίζονται ως εργατικά, γαμήλια, συμποτικά, αγερμικά κ. ά. σε αντιστοιχία με τα αρχαία: επιμύλιος ωδή, έλινος, λιτύερσης, βουκολισμός, καταβαυκάλισις, ολοφυρμός, άνθεμα, χελιδώνισμα, κορώνισμα κ.ά.

Το δημοτικό τραγούδι, κατά το αρχαϊκόν “τραγώδιον” με πατρίδα την τραγωδία, συναντά τη ρίζα του στα Ομηρικά έπη και στην Ησιόδεια ποίηση, η οποία γνωριζόμενη από το αρχαίο ιαμβικό καταληκτικό τετράμετρο, ταξίδεψε στην πορεία της ιστορίας για να θεμελιώσει τον δεκαπεντασύλλαβο δημοτικό μας στίχο, διατηρώντας αναλλοίωτη την αρχή της αδιάσπαστης ενότητας ποιητή και μουσουργού σ΄ ένα πρόσωπο, ιδιότητα η οποία τουλάχιστο έως και τον 8ο αιώνα αφορούσε πέραν της αρχαίας ελληνικής μουσικής και στην Βυζαντινή. Σημειώνεται δε ότι για το δημοτικό τραγούδι εκείνος που ταυτίζετο ανέκαθεν με τη δημιουργία του, ήταν και παραμένει ο ανώνυμος θυμόσοφος λαϊκός ποιητής, ο οποίος πάντα καταθέτει τα πηγαία ψυχικά του συναισθήματα εμπνεόμενος από τα γεγονότα της καθημερινότητάς του, στα πλαίσια αυθόρμητου στίχου και μελωδίας, καθημερινότητα όμως που είναι σμιλεμένη από τις αναζητήσεις, τους αγώνες, τα πάθη και τα όνειρα όλων των συντρόφων του - μελών της τοπικής κοινωνίας, τα οποία μέλη ενώνονται σε μια κοινή έκφραση βάζοντας στα χείλη το ίδιο τραγούδι.

Με τη δυναμική της αρχέγονης αναζήτησης του “είναι” αλλά και της ανάγκης του ίδιου ανθρώπου ως αναπόσπαστο μέρος ενός κοινωνικού συνόλου να εκφράσει το θρησκευτικό του συναίσθημα με κοινό λόγο και τρόπο, η Βυζαντινή Μουσική με τη σειρά της συντελεί μια νέα αποκάλυψη στην Τέχνη, αναφερόμενη - δια των ιερών κειμένων των Αγίων Πατέρων ενδεδυμένα από τα μυσταγωγικά μελωδικά έργα μεγάλων εκκλησιαστικών μουσουργών - στη μυστική διάσταση της προσωπικής και της πνευματικής ζωής του ανθρώπου. Το τελετουργικό της λατρείας, όπως επίσης η χωροθέτηση στη βυζαντινή εκκλησιαστική θεία λειτουργία ακόμη και του χορού των ιεροψαλτών, θεμελιώνεται στην αρχαία Ελληνική έκφραση. Έτσι λοιπόν, ο “ποδοψόφος” των αρχαίων Ελλήνων, ο μαέστρος του χορού με κρόταλο στο πόδι για να χτυπά τη “θέση” στο ρυθμό, συνάντησε την αντιστοίχησή του στον “χειρονόμο” πρωτοψάλτη στο αναλόγιο της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής Η στενή συγγένεια δομής μεταξύ των ήχων και των κλιμάκων που συναντά κανείς στους δυο αυτούς δημιουργικούς κόσμους, τόσο ακριβής που αναφέρεται ακόμα και σε κοινές διαστηματικές αλλοιώσεις που οδηγούν στην κοινή διάκριση των γενών των ήχων (Διατονικό, Χρωματικό, Εναρμόνιο), είναι τέτοια που με θαυμάσιο τρόπο διαφαίνεται σήμερα στη μελωδική ανάπτυξη ιδιαιτέρως των δημωδών μελωδημάτων της Ανατολικής Θράκης, λόγω και της γεωγραφικής σχέσης της περιοχής με το παλαιό Βυζάντιο. Άλλωστε δια τούτο δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι πολλά από τα παραδοσιακά λαϊκά δημοτικά τραγούδια της συγκεκριμένης περιοχής είναι τα λεγόμενα ψαλτοτράγουδα, μελικό είδος το οποίο συναντάται - με διάφορες παραλλαγές – σε όλη σχεδόν την επικράτεια. Σαφώς και εξαιρέτως στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρουμε το ανεκτίμητο της αξίας που φέρει η μουσική μας κληρονομιά με γεωγραφική προέλευση τα παράλια της Ιώνιας γης των αλησμόνητων πατρίδων ...

Το βυζαντινό μουσικό ερμηνευτικό γνώρισμα με προεξάρχουσες εισαγωγικές κατ΄ ήχον μελωδικές φράσεις ή αλλιώς απηχήματα όπως νε, ανανές, άγια, νενανώ, λέγετος κ.ά., κληροδότησαν στη δημώδη μουσική έκφραση ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κατά τόπους αντίστοιχα σημεία, τα λεγόμενα τσακίσματα, όπως : άϊντε, ωρέ, μωρέ, βρε, επαναλήψεις όπως: “λάλει καλό μ΄ αηδόνι μ΄ λάλει”, “το καραβάκι, σανταλένια μ΄ άϊντε, το καραβάκι που΄ ρχεται”, τα κοψίματα στο λόγο όπως: “ήρθε κο νο σμους, ήρθ΄ ασκέ νε ρι” κ.ά. Ακόμη και ο τρόπος εκτέλεσης των βυζαντινών εκκλησιαστικών μελών συγκριτικά με τα δημώδη άσματα προέρχεται από την ίδια ρίζα, μια και εξαίρεται η μονοφωνία - ψαλμωδία ή ερμηνεία από τον προεξάρχοντα της ομάδας ή έστω από όλα τα μέλη της της ίδιας μελωδικής γραμμής και η αντιφωνία – ψαλμωδία ή ερμηνεία με απαντητικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης με την ίδια δομή, είτε επαναλαμβάνοντας είτε αποδίδοντας άλλους στίχους – έθος το οποίο απαντάται σχεδόν παντού εκτός από τα πολύφωνικά τραγούδια της Ηπειρωτικής πεντατονίας τα οποία ερμηνεύονται απ΄ αρχής ομοθυμαδόν (ομαδικά).

Παρά την κοινή καταγωγή όμως αυτών των δυο θαυμάσιων μουσικών εκφράσεων, διακρίνονται μεταξύ τους ως αυτεξούσιοι κολοφώνες της εν γένει Μουσικής. Και τούτο διότι πρωτίστως υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, το μεν δημοτικό τραγούδι την έκφραση του κοσμικού χαρακτήρα της καθημερινότητας με αποτέλεσμα ορμώμενο από κάθε είδους ερέθισμα να συμβάλλει τα μέγιστα στην καταγραφή της ίδιας ιστορίας στο χωροχρόνο, η δε βυζαντινή εκκλησιαστική ψαλμωδία την αέναη εσωτερική ανάγκη του πιστού να θεμελιώσει στην πίστη του την κοινωνία του με το Θείον. Επίσης, είναι γνωστό το ότι το παραδοσιακό τραγούδι σχεδόν πάντα συνοδευόταν και εξακολουθεί να συνοδεύεται από μουσικά όργανα, γι αυτό και σε πλείστες των περιπτώσεων ο ρυθμός του ανάγει και στο χορό. Τα περισσότερα δε από τα όργανα που ανάλογα απαντώνται, είναι απευθείας απόγονοι των αρχαίων μουσικών οργάνων όπως η λύρα (απόγονος της αρχαίας), το κανονάκι (απόγονος των αρχαίων οργάνων της κατηγορίας του “ψαλτηρίου” όπως το επιγόνειο, το σιμίκιον, η μάγαδις, το τρίγωνο, ο νάβλας), ο ταμπουράς (απόγονος της αρχαίας πανδούρας), το κλαρίνο και η φλογέρα (απόγονοι του αρχαίου αυλού) κ.ά. Εδώ ακριβώς πρέπει να σημειωθεί ότι η λειτουργική πράξη στα πλαίσια της πίστης των Χριστιανών κατά την παλαιοδιαθηκική εποχή εκφράζεται πολλάκις δια των ψαλμών του Δαυίδ, όπου όντως αποδίδονται με συνοδεία οργάνου – μια και κατά το αρχαίο τυπικό “ψαλμός” σήμαινε άσμα με συνοδεία οργάνου και το ρήμα “ψάλλω” έφερε την έννοια “παίζω δια των δακτύλων χορδότονον όργανον και ουχί δια του πλήκτρου”. Συγχρόνως με την εγκαθίδρυση της του Χριστού Εκκλησίας, η εκκλησιαστική λατρευτική μουσική λαμβάνει μονοφωνική έκφραση και γνωρίζει τέλεια συστηματοποίηση στα πλαίσια της ζωής του Βυζαντίου, από το οποίο αντλούμε έως και σήμερα ανεκτίμητους υμνολογικούς και υμνωδικούς θησαυρούς. Είναι τέτοιο το δέος που προκαλεί το μέλος της Βυζαντινής Μουσικής, που δεν αφήνει τον ακροατή να πέσει χαμηλώτερα από το ενδιάμεσο, μεταξύ της γήινης ύπαρξής του και της τάσης του να φτάσει σε κοινωνία με τον Θεό, καθώς η ανθρώπινη φωνή σπαράσσεται να αποδώσει την υπέργεια σύλληψη της πραγματικότητας. Οι φθόγγοι και οι οξύτητες που διαδέχονται η μια την άλλη, ταξιδεύουν την ψυχή στο στερέωμα για να την εναποθέσουν πάλι σε μια άλλη διάσταση και πραγματικότητα, σ΄ εκείνη της μέθεξης και της ψυχικής σωτηρίας.

Η Βυζαντινή Μουσική για τον Έλληνα είναι φορέας νοήματος λόγου και ζωής, του Ελληνικού λόγου και του θρησκευτικού χαρακτήρα της ζωής του. Ο λόγος του εμπλουτίστηκε με τα εκκλησιαστικά κείμενα και η υμνολογία της Εκκλησίας, ως Χριστού λόγος, έγινε κτήμα και ταυτότητα του Ελληνικού Έθνους από αιώνων. Η Ελληνική γλώσσα ανθεί καθώς ψάλλεται στην Εκκλησία κι ο λόγος που απηχεί το Πνεύμα του Θεανθρώπου μπολιάζεται απαράμιλλα με την ψαλμωδία στις ψυχές. Η Βυζαντινή Μουσική είναι οδός πλατιά και πρόσχαρη που ανάγει με δέος τον άνθρωπο της προφάνειας, στην οποία εκτενώς αναφερθήκαμε κατά την έναρξη αυτής της μικρής διάλεξης, στο μυστικό άνθρωπο.

Σε κείνον που ταξιδεύει τους αιώνες και αναζητεί να βιώσει ως καλλιτέχνης την πεμπτουσία της έκφρασής του.

Σ΄ εκείνον που ως στοχαστής ψάχνει το βάθος της σκέψης του, που ως θυμόσοφος μαρτυρεί την ουσία της ζωής.

Σ΄ εκείνον που ως καθημερινός άνθρωπος μεριμνά για την αξιοπρέπεια του βίου του.

Σ΄ εκείνον που ως αγωνιστής παλεύει να διαφυλάξει την ελευθερία του.

Σ΄ εκείνον που ως ευπατρίδης διατηρεί ακατάπαυστα τη συνείδηση της εθνικής του ταυτότητας.

Σ΄ εκείνον που ως πιστός λατρεύει και δοξολογεί αενάως το Θεό του.

Και τέλος στον διαχρονικό Έλληνα που ακοίμητα ζει περήφανος την ιστορικότητά του και ταυτόχρονα αισθάνεται την ύψιστη τιμή και υποχρέωση να σεβαστεί τις ρίζες της, να φροντίσει για την ανάπτυξή της και να την μεταλαμπαδεύσει σωστά στο μέλλον.